Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

Γιάννης Ρίτσος, Ο τόπος μας




ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ανήκει στη συλλογή Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη και είναι γραμμένο στις 13 Δεκεμβρίου 1967 στο Παρθένι της Λέρου, όπου είχε εξοριστεί ο ποιητής από τη δικτατορία.


                       
   Ανεβήκαμε πάνω στο λόφο να δούμε τον τόπο μας –
φτωχικά, μετρημένα χωράφια, πέτρες, λιόδεντρα.
Αμπέλια τραβάν κατά τη θάλασσα. Δίπλα στ’ αλέτρι
καπνίζει μια μικρή φωτιά. Του παππουλή τα ρούχα
      τα σιάξαμε σκιάχτρο για τις κάργιες. Οι μέρες μας
παίρνουν το δρόμο τους για λίγο ψωμί και μεγάλες λιακάδες.
Κάτω απ’ τις λεύκες φέγγει ένα ψάθινο καπέλο.
Ο πετεινός στο φράχτη. Η αγελάδα στο κίτρινο.
10    Πώς έγινε και μ΄ ένα πέτρινο χέρι συγυρίσαμε
το σπίτι μας και τη ζωή μας; Πάνω στ΄ ανώφλια
είναι η καπνιά, χρόνο το χρόνο, απ’ τα κεριά του Πάσχα –
μικροί μικροί σταυροί που χάραξαν οι πεθαμένοι
γυρίζοντας απ’ την Ανάσταση. Πολύ αγαπιέται αυτός ο τόπος
15  με υπομονή και περηφάνεια. Κάθε νύχτα απ’ το ξερό πηγάδι 
       βγαίνουν τα’ αγάλματα προσεχτικά κι ανεβαίνουν στα δέντρα.


Στη «Ρωμιοσύνη» το λυρικό εγώ του ποιητή έχει εξαφανιστεί˙ στο ποίημα «Ο τόπος μας» συναιρείται στο «εμείς». Μέσα στους πολλούς κι ο ποιητής, που ανεβαίνει στο λόφο, για ν’ αντικρίσει τον τόπο μας: όχι τόσο αυτόν που βλέπει γύρω του, όσο αυτόν που έχει συντηρήσει στη μνήμη. Μαζί με τους άλλους βλέπει και διαλογίζεται. Σ’ ολόκληρο το ποίημα εναλλάσσονται αυτά που βλέπει κι αυτά που διαλογίζεται.
                Α) Τι βλέπει. Από το λόφο ο ποιητής βλέπει όλα τα υλικά αντικείμενα του τόπου μας ή εικόνες της ζωής του: χωράφια (φτωχικά και μετρημένα), πέτρες, λιόδεντρα – αμπέλια που απλώνονται ως τη θάλασσα –

μια μικρή φωτιά δίπλα στ’ αλέτρι – ένα σκιάχτρο για τις κάργιες με τα ρούχα του παππουλή

– ένα ψάθινο καπέλο που φέγγει κάτω από τις λεύκες – ένα πετεινό πάνω στο φράχτη – μια αγελάδα (μέσα) στο κίτρινο – την καπνιά πάνω στ’ ανώφλια απ’ τα κεριά του Πάσχα – σα μικροί σταυροί που χάραξαν οι πεθαμένοι γυρίζοντας απ’ την Ανάσταση.

                Αυτά που βλέπει ο ποιητής είναι το περιβάλλον μας, ο οικείος ελληνικός χώρος μέσα στον οποίο ζούμε. Τον κόσμο ο ποιητής δεν τον βλέπει μόνο με κριτήριο την ωραιότητα του, τη γραφικότητά του. Δεν κάνει καμιά προσπάθεια για κάτι τέτοιο. Μέσα όμως από την πεζολογική παράθεσή τους ανακύπτουν εικόνες από την ελληνική φύση, την καθημερινή ζωή και την παράδοσή μας (λ.χ. εικόνα της φύσης: αμπέλια τραβάν κατά τη θάλασσα˙ εικόνες ζωής ή της παράδοσης: του παππουλή τα ρούχα τα σιάξαμε σκιάχτρο για τις κάργιες – δίπλα στ’ αλέτρι καπνίζει μια μικρή φωτιά – πάνω στ’ ανώφλια είναι η καπνιά, χρόνο το χρόνο, απ’ τα κεριά του Πάσχα). Όλα όμως αυτά που βλέπει ή αναπλάθει με τη μνήμη ξυπνούν το παρελθόν, φέρνουν στην επιφάνεια μνήμες λησμονημένες, που οδηγούν τον ποιητή σε διαλογισμούς. Οι εικόνες αυτής της φύσης ή της ζωής είναι περισσότερο προβολή του παρελθόντος κι αποτελούν έναυσμα των σκέψεων και διαλογισμών του ποιητή.
Β) Τι διαλογίζεται. Επειδή οι διαλογισμοί του ποιητή έχουν ως έναυσμα τις εικόνες της φύσης ή της ζωής, που έχει μπροστά του ή αναπλάθει με τη μνήμη, γι’ αυτό δεν είναι συνεχόμενοι, αλλά διακόπτουν το περιγραφικότερο του ποιήματος, από το οποίο απορρέουν συγκινησιακά.

Ι. Οι μέρες μας παίρνουν το δρόμο τους για λίγο ψωμί και μεγάλες λιακάδες: Οι προηγούμενενς εικόνες της φύσης ή της ζωής κινητοποιούν τη μνήμη κι ανακαλούν όλη τη ζωή που πέρασε μέσα σ’ αυτά τα φτωχικά και μετρημένα χωράφια, τις πέτρες, τα λιόδεντρα, τ’ άμπέλια, το όργωμα με τα’ αλέτρι, τα σκιάχτρα με τα ρούχα των αγαπημένων του (εδώ του παππουλή – είναι η πιο οικεία εικόνα του ποιήματος).  Όλα αυτά ανακαλούν την περασμένη ζωή κι οδηγούν στην πικρή διαπίστωση: αγωνιστήκαμε στη ζωή μας για λίγο ψωμί˙ σ’ αυτή την πορεία μας μας θέρμαιναν οι μεγάλες λιακάδες, οι ελπίδες για ένα καλύτερο μέλλον.
ΙΙ. Πώς έγινε και μ’ ένα πέτρινο χέρι συγυρίσαμε το σπίτι μας και τη ζωή μας; Ο πρώτος διαλογισμός των στ. 5 και 6 είναι διαποτισμένος από πίκρα, που εκφράζεται με λιτότητα και υπαινικτικότητα. Την ίδια λιτότητα στον ποιητικό λόγο παρατηρούμε και στο δεύτερο διαλογισμό του ποιητή. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του είναι πως διατυπώνεται με μια ευθεία απορηματική πρόταση, που υποδηλώνει μια διαπίστωση πικρή για κάτι που έχει ήδη συντελεστεί σε ό,τι έχει σχέση με την τακτοποίηση του σπιτικού μας και της ζωής μας και β) είναι φορτισμένος περισσότερο συγκινησιακά˙ το πέτρινο χέρι είναι ένα χέρι μηχανικό, ψυχρό, κρύο. Διαβάζοντας το στίχο έχουμε την αίσθηση αυτής της κρυερής και παγερής φροντίδας του για το σπιτικό μας και τη ζωή μας.[1]




ΙΙΙ.                                                                Πολύ αγαπιέται αυτός ο τόπος
15 με υπομονή και περηφάνεια. Κάθε νύχτα απ’ το ξερό  πηγάδι    
    βγαίνουν τα’ αγάλματα προσεχτικά κι ανεβαίνουν στα δέντρα.

Ο τρίτος διαλογισμός είναι απόρροια των προηγούμενων στίχων. Το «πολύ αγαπιέται αυτός ο τόπος» δεν εκφράζει την άποψη μόνο του ποιητή. Ακόμη κι οι πεθαμένοι ξυπνούν παρακινημένοι απ’ αυτή την αγάπη. Για να τον αγαπήσεις όμως πρέπει να έχεις υπομονή και περηφάνεια. Υπομονή, γιατί μόνο μ΄ αυτή θα δεις σιγά σιγά τις αρετές του. Περηφάνεια, γιατί, αν έχεις υπομονή και δεις ό,τι σου προσφέρει (φυσικά η αγάπη γι΄ αυτόν τον τόπο απορρέει από την επαφή του με τον κόσμο του, που παραπάνω είδαμε), τότε θα νιώσεις υπερηφάνεια, που τον κατοικείς. Μια τέτοια αγάπη υπαινίσσεται και η εικόνα των αγαλμάτων, που ανεβαίνουν κάθε βράδυ πάνω στα δέντρα. Τα αγάλματα κι οι νεκροί εικονίζουν μορφές του παρελθόντος˙ τα πρώτα είναι τα δημιουργήματα των ανθρώπων, οι νεκροί είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι. Με το να επιστρέφουν απ’ την Ανάσταση ή να ανεβαίνουν  πάνω στα δέντρα (να επανέρχονται δηλαδή στη ζωή) εκφράζουν την ακατανίκητη επιθυμία να ξαναζήσουν την προηγούμενη ζωή τους σ’ αυτό τον τόπο.


Τάκη Καρβέλη, Η νεότερη ποίηση – Θεωρία και πράξη, εκδ. Κώδικας, 31993, σσ. 133-136




[1] (Πώς έγινε και μ’ ένα πέτρινο χέρι συγυρίσαμε
 το σπίτι μας και τη ζωή μας

ταχτοποιήσαμε, δηλαδή, τη ζωή μας χωρίς ευαισθησία, με σκληρότητα
Αναφέρεται στην μεταπολεμική ελληνική ιστορία. Δεν μπορεί να πιστέψει τα όσα τράβηξε ο λαός μεταπολεμικά. Συγυρίσαμε: όλοι είμαστε υπεύθυνοι για το τι συνέβη.

Άλλη ερμηνεία: αν και το χέρι ήταν πέτρινο (σκληρό, όχι ικανό, όχι κατάλληλο), καταφέραμε και βάλαμε μια σειρά στη ζωή μας. Το βάρος πέφτει στο συγυρίσαμε).





1 σχόλιο: