Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Καισαριανή: Πρωτομαγιά 1944




ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ 1944 (εδώ)
Την Πρωτομαγιά του 1944 οι Γερμανοί κατακτητές εκτέλεσαν 200 Έλληνες πατριώτες στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής σε αντίποινα για το θάνατο ενός Γερμανού στρατηγού και των τριών συνοδών του στους Μολάους.



Δέκα φορτηγά χρειάστηκαν, να μεταφέρουν τους διακόσιους, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής έξω από το οποίο μαζεύτηκε πλήθος κόσμου ψάχνοντας να βρει αν είναι κάποιος δικός του στα καμιόνια του θανάτου.
Έγιναν δέκα φορές εκτελέσεις ανά εικοσάδες βάφοντας κόκκινο τον τοίχο από το ζεστό αίμα που οι υπάλληλοι του δήμου προσπαθούσαν να μαζέψουν.
Οι μελλοθάνατοι έβαζαν τους νεκρούς στα φορτηγά, ενώ αρκετοί που δεν πέθαναν αμέσως, ξεψύχησαν στο δρόμο. Ηρωικές και οι τελευταίες τους λέξεις που ζητωκραύγαζαν για τη λευτεριά και το ΕΑΜ.
Κάθε χρόνο, στο Σκοπευτήριο, τον ιερό εκείνο τόπο της θυσίας των αγωνιστών της πατρίδας, γίνεται προσκλητήριο νεκρών, φόρος τιμής σ' εκείνους, που δέχτηκαν περήφανα το θάνατο, για να μας θυμίζει το καθήκον μας, για να μην ξεχνάμε τις υποχρεώσεις μας...
Γι αυτούς που πέθαναν με το κεφάλι ψηλά, τόσο ψηλά όσο είναι τα ιδανικά που υπερασπίστηκαν.

«...Μόνο θυμηθείτε το αν η ελευθερία δε βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας, εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Γεια σας.»
(Γιάννης Ρίτσος - Σκοπευτήριο Καισαριανής...).




Το γνωστό τραγούδι σε μια νέα εκτέλεση από το άλμπουμ "Τους έχω βαρεθεί" με την συνεργασία του Θάνου Μικρούτσικου με τα Υπόγεια Ρεύματα.

Στίχοι: Νίκος Καββαδίας

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου
στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ'αχαμνά του

Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει

Κάτω απ' τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια
τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ' έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια

Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.


Κοπέλες απ' το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ' τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά.


Βάρκα του βάλτου ανάστροφη φτενή δίχως καρένα
σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά
σμάρι κοράκια να πετάν στην ερήμην αρένα
και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου