Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

Το επάγγελμα των γονέων και η επαγγελματική επιλογή των παιδιών


πηγή:  Ελληνική Κοινωνική Έρευνα



Αγνή Βίκη και Ευστράτιος Παπάνης

[…] Γενικά οι αποφάσεις επιλογής επαγγέλματος των παιδιών επηρεάζονται ως ένα βαθμό από τους γονείς, αλλά και γενικά από το οικογενειακό κλίμα και την κοινωνική θέση των γονέων. Tο επάγγελμα κυρίως του πατέρα αποτελεί σημαντικό παράγοντα επίδρασης τόσο στη σχολική επιτυχία του παιδιού όσο και στην επαγγελματική απόφασή του (Perrone 1965, Swift 1967, Λαμπίρη – Δημάκη 1974, Γκιζέλης κ.ά.1984, Ψαχαρόπουλος 1989, Μαλικιώση – Λοΐζου 1987).
Αναλυτικότερα: Υποστηρίζεται, ότι το επάγγελμα του πατέρα επηρεάζει θετικά ή αρνητικά, πριν από όλα, τη σχολική επίδοση των μαθητών. Μάλιστα, παρουσιάζεται μια παραλληλότητα της ανόδου του μέσου όρου βαθμολογίας των μαθητών στα διάφορα μαθήματα με την άνοδο της κλίμακας του επαγγέλματος του πατέρα από το κατώτερο προς το ανώτερο. Από εμπειρική έρευνα, σε αρκετά εκτεταμένο δείγμα μαθητών δημοτικού σχολείου, στην περιοχή Αττικής, διαπιστώθηκε ότι οι άριστοι μαθητές ανήκουν σε οικογένειες όπου ο πατέρας ασκεί επάγγελμα υψηλής στάθμης, ενώ οι λιγότερο «καλοί» μαθητές ανήκουν σε οικογένειες των οποίων ο πατέρας ασκεί επάγγελμα χαμηλού κύρους (Περισυνάκης 1975).
Σε έρευνα με θέμα «Η ανισότητα στην ελληνική υποχρεωτική εκπαίδευση: Σχολική επιτυχία και κοινωνική προέλευση», σε μαθητές δημοτικού και γυμνασίου της Αθήνας, διαπιστώθηκε ότι, τα παιδιά που προέρχονται από οικογένειες ανώτερης κοινωνικοοικονομικής στάθμης αποδίδουν περισσότερο. Γενικά, βρέθηκε ότι υπάρχει θετική σχέση ανάμεσα στη σχολική επίδοση και στο επάγγελμα του πατέρα αλλά και στο επίπεδο σπουδών των γονέων (Παπακωνσταντίνου 1981).

Ειδικότερες διαπιστώσεις αναφέρονται στο ότι, παιδιά π.χ. εκπαιδευτικών επιλέγουν σχολές εκπαιδευτικών και παιδιά που έχουν πατέρα επιστήμονα, τείνουν να επιλέγουν σχεδόν μόνο σχολές που οδηγούν σε αντίστοιχους χώρους. Όμως, σε ορισμένες περιπτώσεις, παρατηρείται και το αντίθετο: Παιδιά που ο πατέρας τους ασκεί κάποιο μη επιστημονικό επάγγελμα, τείνουν να επιλέγουν ανώτατες σχολές, τάση που ερμηνεύεται ως προσπάθεια κοινωνικής κινητικότητας προς τα άνω (Δημητρόπουλος και συν. 1994).
Στη σχέση μεταξύ επαγγέλματος πατέρα και επιλογών παιδιού αναφέρεται και η έρευνα των Jenson και Kirchner (1955), που έγινε σε δείγμα 8.000 οικογενειών στις Η.Π.Α. και διαπιστώθηκε ότι: α) στα μισά από τα επαγγέλματα που ερευνήθηκαν, τα παιδιά ακολουθούσαν το επάγγελμα του πατέρα και β) στις περιπτώσεις που δεν το ακολουθούσαν (και αυτό κυρίως συνέβαινε με τα επαγγέλματα χαμηλού γοήτρου), τα παιδιά επιδίωκαν ανοδική επαγγελματική μετακίνηση.
Διαπιστώσεις αρκετών ερευνών υποστηρίζουν επίσης, ότι, οι έφηβοι επιδιώκουν επαγγέλματα παρόμοια με αυτά των πατέρων τους ή εκφράζουν επαγγελματικές προτιμήσεις οπωσδήποτε υψηλότερες από το επαγγελματικό επίπεδο του πατέρα τους (Douglas et al. 1968, Κάντας 1986, Argyle 1989, Γεωργούσης 1995).
O C. Werts (1968) σε μια έρευνα ευρύτατου φάσματος (76.000 νέοι Αμερικανοί), μελετώντας την επιλογή του γιου σε σχέση με το επάγγελμα του πατέρα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σε κάποιες κατηγορίες επαγγελμάτων, όπως είναι η ιατρική και οι φυσικές και κοινωνικές επιστήμες, ο γιος ακολουθεί συνήθως, το επάγγελμα του πατέρα.

Την παραπάνω σημασία του φύλου υποστηρίζουν και πορίσματα άλλων ερευνών που δείχνουν ότι το επάγγελμα του πατέρα ασκεί σημαντικότερη επίδραση στην επαγγελματική επιλογή του γιου και μικρότερη στην επαγγελματική επιλογή του κοριτσιού. Γενικά, τα αγόρια ενθαρρύνονται να επιλέγουν επαγγέλματα που υπερέχουν ή είναι ίσα σε γόητρο με εκείνο του πατέρα τους (Γεωργούσης 1995, πβ. Bourdieu 1966).
Ο Burlin (1976) διαπίστωσε ότι, κορίτσια των οποίων οι πατέρες ήταν λιγότερο μορφωμένοι, επέλεγαν συχνότερα επαγγέλματα με λιγότερο κύρος ή εκείνα που θεωρούνταν περισσότερο «γυναικεία».
Από έρευνα σε επαρκές δείγμα μαθητών λυκείου της Αττικής διαπιστώθηκε ότι, 76% των μαθητών επιλέγουν επάγγελμα ανάλογο με αυτό του πατέρα, όταν αυτός ασκεί επάγγελμα γραφείου και 76% αντίθετα από το επάγγελμα του πατέρα, όταν αυτός ασκεί χειρωνακτική εργασία (Μπούρμπουλας 1981).
Ο Κιντής (1980) αναφέρεται στην άνιση συμμετοχή των κοινωνικών ομάδων στην ανώτατη εκπαίδευση. Εξετάζοντας την κατανομή των φοιτητών σε κλάδους ανάλογα με το επάγγελμα του πατέρα, διαπίστωσε ότι «τα παιδιά της ανώτερης και της μεσαίας τάξης συμμετέχουν αναλογικά περισσότερο στους λεγόμενους «προνομιούχους» κλάδους, όπως θεωρούνται στη χώρα μας η ιατρική και ο πολυτεχνικός κύκλος. Αντίθετα, τα παιδιά των μη προνομιούχων τάξεων (γεωργοί, εργάτες, εργαζόμενοι σε προσωπικές υπηρεσίες) συμμετέχουν αναλογικά περισσότερο στους λιγότερο «προνομιούχους» κλάδους, δηλαδή τις «παιδαγωγικές Ακαδημίες, τις πολιτικές επιστήμες, τις οικονομικές επιστήμες και στις καθηγητικές σχολές» (134). Ο Κιντής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το επάγγελμα του πατέρα παίζει σημαντικό ρόλο στην επιτυχία εισαγωγής των νέων στα Α.Ε.Ι. και σχετίζεται με την κατεύθυνση που επιλέγουν. Σημειώνει μάλιστα ότι οι πιθανότητες εισαγωγής στα Α.Ε.Ι. ενός παιδιού, του οποίου ο πατέρας είναι πτυχιούχος ανώτατης σχολής, είναι σχεδόν δύο φορές περισσότερες από εκείνες του παιδιού του οποίου ο πατέρας του είναι απόφοιτος γυμνασίου, 3,8 φορές περισσότερες από του απόφοιτου του δημοτικού και 42,5 φορές από εκείνες ενός παιδιού του οποίου ο πατέρας είναι αγράμματος.
Οι αναλυτικές αυτές διαπιστώσεις είναι σύμφωνες και με άλλες γενικότερες σχετικές αναφορές. Τα παιδιά που οι γονείς τους ασκούν χειρωνακτικό επάγγελμα έχουν λιγότερες πιθανότητες να ακολουθήσουν σπουδές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (Πάντα 1988, Κασσωτάκης 1988).
Σε άλλη έρευνα, που περιορίστηκε σε πρωτοετείς φοιτητές του Πολυτεχνείου Κρήτης (Δρουκόπουλος 1998), φαίνεται ότι τα παιδιά που έχουν πατέρα πτυχιούχο ανώτατης σχολής υπεραντιπροσωπεύονται στο φοιτητικό πληθυσμό των πολυτεχνικών σχολών. Έτσι, η πιθανότητα εισαγωγής ενός νέου σε πολυτεχνικές σχολές είναι μεγαλύτερη, αν ο πατέρας του είναι πτυχιούχος ανώτατης σχολής από εκείνον που ο πατέρας του είναι απόφοιτος δημοτικού.
Η αναλογική αυτή αντιπροσώπευση αφορά όμως, σε γενική κλίμακα, την προσέλευση στις εξετάσεις για την ανώτατη εκπαίδευση, αφού το ποσοστό αυτών που προέρχονται από οικογένειες με επάγγελμα πατέρα υψηλής στάθμης υπερτερεί έναντι του ποσοστού των παιδιών χαμηλής κοινωνικής τάξης (Τσιμπούκης 1977, Αραβανής 1991).

Άλλοι ειδικοί επισημαίνουν κάποιες ιδιαίτερα λεπτές πτυχές του προβλήματος και συγκεκριμένα: «Τα παιδιά π.χ. που προέρχονται από γονείς επιστήμονες, δύσκολα θα διαλέξουν άλλο επάγγελμα, από το επάγγελμα του επιστήμονα, ενώ το παιδί του εργάτη, του γεωργού, μπορεί να ακολουθήσει ένα επάγγελμα σαν αυτό της οικογένειάς του, ή ένα άλλο με μεγαλύτερη κοινωνική αξία και κύρος» (Λιάντας 1996, 32).
Έρευνα στην περιοχή Αθηνών, σε μαθητές γενικών λυκείων, έδειξε ότι, 79% των μαθητών λυκείου φιλοδοξούσε να επιτύχει στο πανεπιστήμιο. Όμως, ένα χρόνο μετά την αποφοίτησή τους από το λύκειο, μόνο 32% είχε επιτύχει στα Α.Ε.Ι. Η φιλοδοξία ήταν εντονότερη μεταξύ των παιδιών των διευθυντικών στελεχών από ό,τι μεταξύ των παιδιών με γονείς εργάτες και τεχνίτες. Τα παιδιά των ανώτερων διοικητικών και διευθυντικών στελεχών είχαν σχεδόν τετραπλάσιο ποσοστό επιτυχίας σε Α.Ε.Ι. από ό,τι τα παιδιά των εργατών και τεχνιτών. Τα παιδιά των εργατών κατάφεραν να εισαχθούν κυρίως σε Τ.Ε.Ι. Περίπου 10% κατέληξε να φοιτά σε κέντρα ελευθέρων σπουδών. Εκείνοι που επέλεξαν να σπουδάσουν στο εξωτερικό, προέρχονταν κυρίως από οικογένειες με γονείς ελεύθερους επαγγελματίες, επιχειρηματίες ή διευθυντικά στελέχη (Ψαχαρόπουλος 1989).
Ο Trice (1991) ερεύνησε συγκριτικά τις πρώτες φιλοδοξίες ορισμένων ατόμων (422 παιδιά ηλικίας 8-11 ετών) με τα επαγγέλματα των γονέων τους. Οι φιλοδοξίες και επιθυμίες που είχαν τα άτομα αυτά στην παιδική ηλικία τους, ταίριαζαν με το επάγγελμα του πατέρα κατά 40%, ενώ μόνο 23% των φιλοδοξιών που είχαν τα άτομα, όταν ήταν στην εφηβεία, ταίριαζε με το επάγγελμα του πατέρα. Η διαπίστωση αυτή φανερώνει ότι η πατρική επιρροή στις φιλοδοξίες των παιδιών μειώνεται με την ηλικία. Ενδιαφέρον έχει η παρατήρηση ότι, ανάμεσα σ’ εκείνους που οι πρώτες τους φιλοδοξίες ταίριαζαν με τα επαγγέλματα των πατέρων τους, 55% συνέχισαν μέσα σ’ αυτή την επαγγελματική κατηγορία, ενώ ανάμεσα σ’ εκείνους που οι πρώτες τους φιλοδοξίες διέφεραν από το επάγγελμα του πατέρα τους, μόνο 38% παρέμειναν στην ίδια επαγγελματική κατηγορία.

Αλλά και ως προς το ρόλο της μητέρας υπάρχουν ορισμένες αξιοπρόσεκτες διαπιστώσεις που αναφέρονται στα εξής: Πολύ σημαντικό ρόλο στις ιδέες και τις επαγγελματικές επιλογές των εφήβων για το μέλλον τους στην αγορά εργασίας, διαδραματίζει το επαγγελματικό επίπεδο της μητέρας και το είδος της εργασίας που ασκεί. Η απασχόληση της μητέρας επηρεάζει περισσότερο τις επαγγελματικές φιλοδοξίες των κοριτσιών απ’ ό,τι των αγοριών (Selkow 1984).
Στα ίδια πορίσματα κατέληξε και η Etaugh (1974) διαπιστώνοντας ακόμη ότι, τα κορίτσια που οι μητέρες τους εργάζονται, έχουν υψηλότερες επαγγελματικές φιλοδοξίες και επιλέγουν επαγγέλματα λιγότερο παραδοσιακά «γυναικεία», απ’ ό,τι έχουν τα κορίτσια που οι μητέρες τους δεν εργάζονται.
Η O’ Brien (1996) σε έρευνά της, σε μαθήτριες 17-18 ετών, διαφόρων φυλετικών και εθνικών ομάδων, διαπίστωσε ότι τα κορίτσια που είχαν επιτυχημένες επαγγελματικά μητέρες, έβαζαν ως στόχο επαγγέλματα υψηλού κύρους που αντιστοιχούσαν στις ικανότητές τους, προσδοκώντας τη μελλοντική επιτυχία τους.
Αξιομνημόνευτη είναι ακόμη και μια ερευνητική διαπίστωση για το ρόλο της μητέρας στην επιτυχία και γενικά την επαγγελματική κατεύθυνση των παιδιών. Παιδιά των οποίων οι μητέρες δεν εργάζονται, εμφανίζουν περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας στα Α.Ε.Ι σε σύγκριση με εκείνα των οποίων οι μητέρες εργάζονται (Κασσωτάκης 1988).

Είναι φανερό ότι υπάρχει ανισότητα όσον αφορά την είσοδο των εφήβων στα πανεπιστήμια, η οποία σχετίζεται με το επάγγελμα των γονέων και περισσότερο του πατέρα. Οι νέοι, που οι γονείς τους είναι πιο εύποροι και περισσότερο μορφωμένοι, έχουν μεγαλύτερο ποσοστό αντιπροσώπευσης στο φοιτητικό πληθυσμό. Οι νέοι, των οποίων ο πατέρας ασκεί ελεύθερο επιστημονικό επάγγελμα, έχουν περισσότερες πιθανότητες να σπουδάσουν στο πανεπιστήμιο από ό,τι οι νέοι των οποίων ο πατέρας είναι γεωργός ή εργάτης. Οι επισημάνσεις αυτές είναι φανερές από έρευνες των οποίων τα πορίσματα παρατέθηκαν ήδη, αλλά και από άλλες έρευνες (Κασιμάτη 1980, Φραγκουδάκη 1985, Πυργιωτάκης 1986, Κοντογιαννοπούλου - Πολυδωρίδη 1995).
Στη διαμόρφωση των επαγγελματικών προτιμήσεων και φιλοδοξιών των νέων φαίνεται ακόμη να παίζουν ρόλο και άλλοι παράγοντες που σχετίζονται με το επάγγελμα των γονέων, ιδιαίτερα του πατέρα, όπως είναι η στάση απέναντι στο επάγγελμά του γενικά. Αν οι γονείς κατακρίνουν το επάγγελμά τους, αν αποβλέπουν μόνο στα χρήματα, ή μόνο στη μόρφωση, θα προκαλέσουν, ίσως, ανάλογες αντιδράσεις στα παιδιά τους (Λεβέντης 1977).

Σύμφωνα με το εξαγωνικό πρότυπο προσωπικότητας του Holland (1991), έγινε ταξινόμηση των γονέων και των παιδιών τους και βρέθηκε ότι, «οι τύποι της προσωπικότητας των γονέων σχετίζονταν με τους τύπους προσωπικότητας των γιων τους και των θυγατέρων τους και ο τύπος προσωπικότητας του πατέρα ασκούσε μεγαλύτερη επίδραση από τον τύπο προσωπικότητας της μητέρας» (Γεωργούσης 1995, 36).

Από τις παραπάνω έρευνες, οι οποίες συμπίπτουν στα βασικά σημεία τους, είναι φανερό ότι, ο έφηβος στην επιλογή του επαγγέλματός του επηρεάζεται από τους γονείς του και κυρίως από το επάγγελμα του πατέρα. Στις περιπτώσεις, όμως, που το επάγγελμα των γονέων είναι χαμηλού κοινωνικοοικονομικού επιπέδου, τα παιδιά ενθαρρύνονται να επιδιώξουν επάγγελμα υψηλού κύρους, που θα τα βοηθήσει να καταλάβουν ανώτερη κοινωνική θέση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου