Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

Η επινόηση του διανοουμένου

Η επινόηση του διανοουμένου


ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΡΟΖΑΝΗ

Προδημοσίευση από το βιβλίο Διανοούμενοι και νεωτερικότητα, που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Εξάρχεια

Με αφετηρία τον Εμίλ Ζολά και την παρέμβασή του στην υπόθεση Ντρέυφους, ο Πιερ Μπουρντιέ αναπτύσσει την άποψη μιας επινόησης του διανοουμένου, προκειμένου μάλλον να διαχωρίσει την έννοια του διανοουμένου από εκείνη του συγγραφέα-καλλιτέχνη. Γράφει σχετικά με το εγχείρημα του Ζολά να παρέμβει δραστικά στο πολιτικό πεδίο με ιδιαίτερο βάρος και αξιώσεις: «Για να το πετύχει αυτό χρειάστηκε να δημιουργήσει μια καινούρια μορφή, τη μορφή του διανοουμένου, επινοώντας για τον καλλιτέχνη μια αποστολή προφητικής ανατροπής, αδιαχώριστα πολιτικής και πνευματικής, ικανής να εμφανίζει όλο αυτό που οι αντίπαλοί του περιέγραφαν ως αποτέλεσμα ενός χυδαίου ή εκφυλισμένου γούστου ως αισθητική, ηθική και πολιτική στάση και μάλιστα τέτοια ώστε να μπορεί να βρει στρατευμένους υποστηρικτές».i 
Το πρόβλημα, το οποίο προκύπτει, δεν αφορά βέβαια τις προθέσεις του Ζολά, συγγραφικές ή άλλες, αλλά το επιχείρημα με το οποίο ο Μπουρντιέ προσπαθεί να στηρίξει την ιδέα του της επινόησης του διανοουμένου. Κατά την αντίληψη του Μπουρντιέ, η εκ μέρους του Ζολά επινόηση του διανοουμένου οδηγεί «στο τέλος της την εξέλιξη του λογοτεχνικού πεδίου προς την κατεύθυνση της αυτονομίας» και εντέλει «προσπαθεί να επιβάλλει ακόμα και στην πολιτική τις αξίες ανεξαρτησίας που διακηρύσσονταν στο λογοτεχνικό πεδίο».ii Κατ' αυτόν τον τρόπο, «η αυτονομία του πεδίου της διανόησης» εισβάλλει μέσα στον χώρο του κοινωνικού - πολιτικού, οπότε ο εισβολέας «συστήνεται ως διανοούμενος». Πιο συγκεκριμένα: «Ο διανοούμενος συστήνεται ως τέτοιος παρεμβαίνοντας στο πολιτικό πεδίο εν ονόματι της αυτονομίας και των ειδικών αξιών ενός πεδίου πολιτιστικής παραγωγής που έχει κατακτήσει έναν υψηλό βαθμό ανεξαρτησίας απέναντι στις εξουσίες (και όχι, όπως ο πολιτικός με ισχυρό πολιτισμικό κεφάλαιο, βάσει ενός καθαρά πολιτικού κύρους, που έχει αποκτηθεί με τίμημα την άρνηση της σταδιοδρομίας και των αξιών του διανοουμένου)».iii
Υπάρχει, μήπως, ένας γενικότερος συμπερασμός, πέραν της ειδικής περίπτωσης του Ζολά, ο οποίος βοηθά ώστε να διευκρινιστούν: α) η έννοια του διανοουμένου ως αντίθετη προς εκείνη του πεδίου πολιτιστικής παραγωγής, στο οποίο προφανώς εντάσσεται ο συγγραφέας που εξ ορισμού μάλλον υπηρετεί τις αξίες ανεξαρτησίας του λογοτεχνικού πεδίου, και β) η ίδια η έννοια του συγγραφέα μέσα στο κοινωνικό, ψυχολογικό και αισθητικό συμφραζόμενο, καθώς και οι δεσμοί που τον συνδέουν με αυτό το συμφραζόμενο; Καταρχάς, η αντιθετική παράθεση μεταξύ συγγραφέα και διανοουμένου φαίνεται να είναι μια τεχνητή διάκριση, από τη στιγμή που δεν μπορεί να διεκδικήσει την απαραίτητη καθαρότητα και διαφάνεια. Τι μπορεί να σημαίνει η κρίση ότι ο συγγραφέας, έστω και κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες παρέμβασης στο πολιτικό πεδίο, «συστήνεται ως διανοούμενος»; Ο συγγραφέας, όπως και ο καλλιτέχνης, είναι διανοούμενος, άσχετα με το πεδίο στο οποίο αναπτύσσει τις πνευματικές του δραστηριότητες. Από την άλλη μεριά, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Έντουαρντ Σαΐντ, ο διανοούμενος «έχει έναν πολύ συγκεκριμένο δημόσιο ρόλο μέσα στην κοινωνία και δεν είναι δυνατό να υποβιβάζεται στη θέση ενός απρόσωπου επαγγελματία, ενός επιτήδειου ειδικού που έχει ως μόνη του έγνοια να κάνει απλώς τη δουλειά του»iv ή, θα προσέθετα σε σχέση με το επιχείρημα του Μπουρντιέ, να παρεμβαίνει στην κοινωνική σφαίρα αυτοσυστηνόμενος ως διανοούμενος, μόνο και μόνο επειδή παρεμβαίνει στο όνομα των αρχών του λογοτεχνικού πεδίου. Εξάλλου, με ποιον τρόπο θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε την καθαρότητα του λογοτεχνικού πεδίου, δηλαδή την αυτονομία του και την πλήρη ανεξαρτησία του από συνιστώσες κοινωνιο-ψυχολογικές, ηθικές και πολιτικές, κατά τρόπον ώστε το πολιτιστικό πεδίο να μην εφάπτεται της κοινωνικής σφαίρας, έστω κι αν πράγματι το αισθητικό πεδίο λειτουργεί με τη δική του συνοχή ως είδος παραμορφωτικού καθρέφτη, ο οποίος αναπαριστά τις κοινωνικές σχέσεις και τις σχέσεις καταμερισμού της εργασίας κατά πλάγιο τρόπο, διαμορφώνοντας το κοινωνιο-ψυχολογικό, ηθικό και πολιτικό πλέγμα στο μέτρο των δικών βλέψεων, οι οποίες βεβαίως χωρίς αμφιβολία κινούνται εντός του αισθητικού πεδίου;
Η υποτιθέμενη αυτονομία και πλήρης ανεξαρτησία των αρχών του αισθητικού και πολιτιστικού πεδίου δεν είναι παρά μια αισθητική ψευδαίσθηση (ακόμη και το δόγμα «η τέχνη για την τέχνη» σημαίνει κατ' ουσία «η αισθητική για την αισθητική» και ουδόλως κάποια δήθεν αυτάρκεια της τέχνης, πέραν του πλέγματος των κοινωνιο-ψυχολογικών δομών που καθιστούν την τέχνη και την αισθητική δυνατές), αφού ο ρόλος του αισθητικού πεδίου και της αισθητικής βλέψης είναι η αναπαράσταση του πραγματικού και των ιδεών που παρεμβαίνουν στο πραγματικό, και η, μέσω αυτής της αναπαράστασης, ανατροπή τελικά του πραγματικά υπάρχοντος προς μορφές ριζοσπαστικά φαντασιακές και μυθοπλαστικές. Κατά συνέπεια, ο συγγραφέας και ο διανοούμενος ταυτίζονται ακριβώς στο πεδίο των κοινών τους πνευματικών και αισθητικών λειτουργιών. Κατά τη διατύπωση του Σαΐντ: «Η πολιτική βρίσκεται παντού δεν μπορεί κανείς να διαφύγει στο βασίλειο της αγνής τέχνης και σκέψης, αλλά ούτε και στο βασίλειο της αμερόληπτης αντικειμενικότητας ή της υπερβατικής θεωρίας».v
Ο διανοούμενος - συγγραφέας (ή ο συγγραφέας - διανο­ούμενος) κοινοποιεί τις πνευματικές, ηθικές, κοινωνικές, πολιτικές του βλέψεις μέσω της γραφής, και είναι η γραφή εκείνη που ποιεί τον συγγραφέα ως διανοούμενο και τον διανοούμενο ως συγγραφέα, σε αντίθεση με τον πολιτικό (κατά τη νεωτερική του εκδοχή) ο οποίος δεν έχει ανάγκη να κοινοποιήσει μέσω της γραφής το πολιτισμικό του κεφάλαιο, κι όταν ακόμη (σπανίως) το διαθέτει. Αν και το πολιτικώς πράττειν, συμπεριφέρεσθαι και εξουσιάζειν (στη νεωτερικότητα) απαιτούν μάλλον τον παραγκωνισμό της γραφής, όχι εν ονόματι του ακτιβισμού αλλά εν ονόματι του εφικτού και αποτελεσματικού της κυβερνησιμότητας και του πρακτικού πνεύματος της κυριαρχίας. Κατά συνέπεια, ακόμη και στην περίπτωση του Ζολά, την οποία ο Μπουρντιέ επικαλείται, ο Ζολά δεν είναι βέβαια συγγραφέας όσο γράφει τις μυθοπλασίες του και διανοούμενος όταν παρεμβαίνει στο χώρο του κοινωνικού - πολιτικού (υπόθεση Ντρέυφους). Και στις δύο περιπτώσεις είναι ένα συγγραφέας - διανοούμενος και ένας διανοούμενος - συγγραφέας. Η σύγχυση, η οποία καραδοκεί πίσω από τέτοιου είδους διακρίσεις όπως εκείνη του Μπουρντιέ («η επινόηση του διανοουμένου»), ακυρώνεται πλήρως από τη διατύπωση του Γκράμσι «θα μπορούσε να πει κανείς ότι όλοι οι άνθρωποι είναι διανοούμενοι ωστόσο, δεν λειτουργούν όλοι ως διανοούμενοι μέσα στην κοινωνία». Η παρεμβολή της γραφής στην κοινωνιο-ψυχολογική, ηθική και πολιτική σφαίρα είναι ο ουσιώδης ρόλος του διανοούμενου ως συγγραφέα.
i Pierre Bourdieu, «Οι Κανόνες της Τέχνης», μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2006, σ. 210
ii Ό.π., σ. 210
iii Ό.π., σ. 211
iv Edward W. Said, «Διανοούμενοι και Εξουσία», ό.π., σ. 32
v Edward W. Said, «Διανοούμενοι και Εξουσία», ό.π., σ. 42

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου