Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

Γιώργος Θεοτοκάς, Προσπάθεια προσανατολισμού


Νεοελληνική Λογοτεχνία Β’ Λυκείου
Νίκος Καζαντζάκης, Αλέξης Ζορμπάς (Απόσπασμα, Κ.Ν.Λ. Β’ Λυκείου, σσ. 158-161)
Παράλληλο κείμενο
Η άσκηση μπορεί να ζητάει συγκριτική προσέγγιση των δύο κειμένων (του αποσπάσματος στο σχολικό εγχειρίδιο και του παρακάτω κειμένου) τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς το περιεχόμενο. Η βαρύτητα είναι λογικό, πιστεύουμε, να δοθεί στη συνεξέταση του περιεχομένου.


Γιώργος Θεοτοκάς, Προσπάθεια προσανατολισμού
ΠΡΙΝ ΚΑΜΠΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ, την εποχή που η επιβατική ατμοπλοΐα δεν ήταν ακόμα τόσο σίγουρη όσο μοιάζει να είναι σήμερα, συνέβαινε από  καιρό σε καιρό να χτυπηθεί ένα μεγάλο υπερωκεάνιο με κανένα παγόβουνο μες στη νύχτα του Ατλαντικού Ωκεανού. Γινότανε ένας βίαιος τρανταγμός, έσβηναν τα φώτα και το πλοίο άρχισε και βούλιαζε. Έβαζαν τότε στις βάρκες τις γυναίκες, τα παιδιά, τους γέρους, τους αρρώστους, τους σακάτηδες. Αυτοί ήτανε προνομιούχοι σύμφωνα με τον άγραφο νόμο της θάλασσας κι αν κανένας άλλος τούς έσπρωχνε κι έτρεχε  να πάρει τη θέση τους, οι αξιωματικοί του πλοίου τον πυροβολούσαν. Για τούτο, μες σ΄αυτά τα μεγάλα ναυάγια, ακουότανε πού και πού καμιά πιστολιά. Ύστερα, στις θέσεις που περίσσευαν, αν περίσσευαν, χωνόντανε οι πιο καπάτσοι ή οι πιο δειλοί ή, αν προτιμάτε να το πούμε αλλιώς, οι πιο τυχεροί, κι έφευγαν οι βάρκες στο έλεος του Θεού.
            Όσοι δεν είχανε χωρέσει στις βάρκες, κι εκείνοι που βαριότανε να τρέχουνε, να σπρώχνουνται και να τσαλαπατιούνται, κι εκείνοι που δεν καταδεχόντανε, κι οι απαισιόδοξοι κι οι βαριεστημένοι, κι οι αιώνιοι καθυστερημένοι που πάντα χάνουνε το τραίνο και βρίσκουνται τελευταίοι σε κάθε περίσταση της ζωής τους, όλοι αυτοί έμεναν στο κατάστρωμα και συνέβαιναν τότε ανάμεσα τους παράξενες σκηνές. Μερικοί, είτε από τρελή γενναιότητα, είτε μόνο και μόνο επειδή αισθανόντανε την ανάγκη να κουνηθούν, έπεφταν στη θάλασσα και κολυμπούσαν χωρίς ελπίδες. Άλλοι, που είχανε μέσα στους την πίστη σε μια μέλλουσα καλύτερη ζωή, μαζευόντανε πολλοί μαζί κι έψελναν με κατάνυξη προσευχές και τροπάρια. Άλλοι πάλι, που είχανε τη γνώμη ότι ο κόσμος ήτανε αστείος, έπαιρναν τα όργανα της ορχήστρας και παίζανε εύθυμες μουσικές και τραγουδούσανε και διασκεδάζανε. Υπήρχαν ερωτευμένα ζευγάρια που δεν ήθελαν να χωριστούν και κρατιόντανε σφιχτά από τα χέρια και κοιτάζονται μες στα μάτια και τα ξεχνούσαν όλα και δεν τους έμελε για τίποτα. Υπήρχαν και δυστυχισμένοι, εγκαταλειμμένοι άνθρωποι, που ήταν ίσως στον τόπο τους σπουδαία και ισχυρά πρόσωπα και ανακαλύπτανε ξαφνικά την κενότητα της ζωής τους και τους έπαιρνε το παράπονο κι έκλαιγαν σα μικρά παιδιά. Υπήρχαν κι άλλοι που δεν περίμεναν τίποτα από τη ζωή και δεν είχανε διάθεση ούτε για κλάματα, ούτε για γέλια. Αυτοί στεκόντανε ατάραχοι σε μιαν άκρη, σωπαίνανε και κοίταζαν τα άστρα. Έτσι, μπρος στο θάνατο οι άνθρωποι έμεναν χωρισμένοι σε λογιώ – λογιώ σχολές εντελώς ακατανόητες η μια στην άλλη, ώσπου τους σκέπαζε όλους το κύμα και ησυχάζανε. Και δεν υπάρχει, νομίζω, αμφιβολία ότι όλοι τους είχανε κάποιο δίκιο, όσο κι αν μου φαίνεται ότι οι τελευταίοι αυτοί που δεν έλεγαν τίποτα και κοίταζαν τα άστρα ήταν οι πιο προετοιμασμένοι για να αντιμετωπίσουν ένα μεγάλο γεγονός.
            Η εικόνα αυτή του επιβατικού πλοίου που βουλιάζει σιγά – σιγά με το ανθρώπινο φορτίο του μες στη νύχτα του ωκεανού μού έχει μείνει στη μνήμη σα μια μικρή σύνθεση διαφόρων διηγήσεων που άκουσα ή διάβασα κατά καιρούς. Ίσως, άθελά μου, να παραμορφώνω τα πράματα. Δεν έχει όμως και πολλή σημασία εδώ η ιστορική ακρίβεια. Το ναυάγιο του υπερωκεάνιου είναι ένας σύγχρονος θρύλος  καμωμένος από αναμνήσεις ταξιδιωτών, περιγραφές εφημερίδων και κινηματογραφικές αναπαραστάσεις και μεταβιβαζόμενος από τον ένα στον άλλο με τρόπο ανεύθυνο, περίπου όπως τα δημοτικά τραγούδια. Ένας θρύλος όμως πάντα κάτι λέει, μέσα από το συμβολισμό του, ένα σκοπό αιώνιο. Είναι οι ανθρώπινες υπάρξεις σταματημένες απότομα μέσα στο άπειρο της θάλασσας και της νύχτας· ξαλαφρωμένες από κάθε στόλισμα, κάθε τέχνασμα, κάθε ασήμαντη προσπάθεια και κάθε αυταπάτη, γυμνές αντίκρυ στη μοίρα τους. Είναι η στιγμή της ειμαρμένης, της «κάθαρσης», όπου κανείς πια δεν έχει όρεξη να προφασίζεται και να ματαιοπονεί και ο καθένας αφήνει τον εαυτό του να κυλήσει στις έσχατες συνέπειές του. Ο καθένας, την ώρα εκείνη, εκφράζει, πέρα από το μηδαμινό εαυτό του, κάτι από την ανθρώπινη μοίρα. Η πιο μέτρια ζωή θαρρείς και επισημοποιείται. Ξεπερνά κι’ αυτή για μια φορά την καταθλιπτική μετριότητά της, γεμίζει νόημα και ένταση και παίρνει διαστάσεις τραγωδίας. (…)
(στην ορθογραφία του κειμένου έγιναν ορισμένες αλλαγές)
Γιώργος Θεοτοκάς, Αναζητώντας τη διαύγεια, εκδ. βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 2005, σσ. 75-77. (Πρώτη δημοσίευση περ. Νεοελληνικά Γράμματα, αρ. φ. 102, 12 Νοεμβρίου 1938, σσ.1-2.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου