Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανάγνωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανάγνωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011

ψυχολογικό θρίλερ για την ελληνική νεολαία του 21ου αιώνα

ΤΑ ΝΕΑ -  ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ 

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011
ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Της Μικέλας Χαρτουλάρη

Δύο ανήλικες φίλες κατηγορούνται ότι σκότωσαν με απανωτές μαχαιριές έναν 80άρη σε ένα ελληνικό χωριό. Η αυτουργός είναι 16 χρόνων, κλειστό παιδί, διαβαστερό, που γράφει εξαιρετικές εκθέσεις, και η συνεργός της είναι 14 και θέλει να γίνει σοβαρή ηθοποιός. Εκείνος ήταν παλιός αντάρτης, χήρος μετά από μισό αιώνα ανέφελου γάμου, με δυο γιους. Από το σπιτάκι του λείπουν μονάχα 20 ευρώ. Γιατί έφτασαν ως εκεί τα κορίτσια; Τι θ' απογίνουν; Με αυτήν την ιστορία, η 28χρονη Βασιλική Πέτσα μάς δίνει μια γροθιά στο στομάχι και κάνει την είσοδό της στην ελληνική λογοτεχνία. Για να μείνει.
Τούτο το πρώτο της μυθιστόρημα έχει τον τίτλο «Θυμάμαι» (εκδ. Πόλις) και αποτελείται από 36 σύντομα κεφάλαια με διαφορετικό κάθε φορά αφηγητή, τα οποία είτε αφορούν τα κορίτσια είτε το θύμα είτε τα πριν και τα μετά του γεγονότος, όμως όλα μαζί κατατείνουν σε ένα πορτρέτο της φόνισσας... αντ' αυτής. Η 16χρονη θα παραμείνει βουβή στη σύλληψη, προανάκριση και φυλάκισή της, όσο και στα επισκεπτήρια, στο κινητό όταν την αναζητά ο γκόμενός της ή στη σχέση της με τις ποινικές συγκρατούμενές της και τη φιλεναδούλα της. Και ο αναγνώστης θα καταλάβει στο τέλος πως κάθε πληροφορία που αντλεί για την αυτουργό από τις μαρτυρίες όσων «θυμούνται» δημιουργεί νέα ερωτήματα, και πως το προφίλ (της) που προκύπτει έχει τεράστια κενά. Θα συνειδητοποιήσει ότι η Αστυνομία συνέλαβε μεν την έφηβη με τα αιματοβαμμένα χέρια, η Δικαιοσύνη τη δίκασε, η Πολιτεία έπαιξε με ζήλο τον κατασταλτικό της ρόλο και ο κοινωνικός περίγυρος εκτονώθηκε, αλλά η αλήθεια θα εξακολουθεί να διαφεύγει ως το τέλος. Ακόμα και εάν οι εκπρόσωποι των θεσμών, οι γονείς, οι συγγενείς, οι γείτονες ή η τέταρτη εξουσία καταλήξουν ως προς τα κίνητρά της, η ψυχή της έφηβης θα παραμείνει terra incognita για όλους. Και το χειρότερο: ούτε καν θα το υποψιαστούν πως δεν έχουν καταλάβει τίποτε απ' όσα συμβαίνουν μέσα της. Αυτό μας λέει με αριστοτεχνικά υπαινικτικό τρόπο τούτο το πολυφωνικό μυθιστόρημα. Κι ούτε νοιάζεται να απαντήσει στο αν ασέλγησε ο γέρος, αν αντιστάθηκε σε απόπειρα κλοπής, αν παρεξήγησαν τις προθέσεις του κ.λπ. Διότι το «Θυμάμαι» διαλέγει να θέσει διαφορετικά ερωτήματα: τι θέλουν να μας πουν οι ανήλικοι όταν καταφεύγουν στη βία; Γιατί δεν τους ακούμε;
«Η κοινωνία των ενηλίκων», σχολίαζε προχθές η πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας, «δεν καταλαβαίνει τους εφήβους. Αλλά ίσως να μην πρέπει να τους καταλάβει. Διότι το έχουμε δει τόσες φορές: ο δρόμος προς την κόλαση των νέων είναι στρωμένος με τις "καλές προθέσεις" των μεγάλων, που φορούν παρωπίδες, κι όλα τα κρίνουν μέσα από τις προκαταλήψεις τους...».
Από οικογένεια δασκάλων, μεγαλωμένη στην Καρδίτσα, η Βασιλική Πέτσα έφτασε στη λογοτεχνία μέσω... ηλεκτρολόγων/μηχανικών, ενώ ανέκαθεν ήθελε να γίνει σκηνοθέτις! Πέρασε λοιπόν στο Πολυτεχνείο, σπούδασε στο Μπέρμιγχαμ κοινωνιολογία των μίντια, πήρε ένα μεταπτυχιακό δίπλωμα ευρωπαϊκής-ελληνικής λογοτεχνίας στην Οξφόρδη, και τώρα ετοιμάζει ένα διδακτορικό στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Στο ενδιάμεσο, ένα διήγημά της διακρίθηκε σε διαγωνισμό του Βρετανικού Συμβουλίου και εκείνη εργάστηκε για λίγο στις εκδόσεις Πόλις. Ετσι την εντόπισε ο αυστηρός Νίκος Γκιώνης και εξέδωσε το βιβλίο της: ένα ψυχολογικό θρίλερ για τη νεολαία του 21ου αιώνα. Επιτέλους!

Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

Γιατί (να) Διαβάζουμε (ακόμη) Εφημερίδες;



Γιατί Διαβάζουμε Εφημερίδες;
enet.gr 15 Φεβ 10 - 20:14

 * Στο ερώτημα «γιατί ο κόσμος δεν διαβάζει πια εφημερίδες», θα είχα να αντιπροτείνω το «γιατί ο κόσμος συνεχίζει να διαβάζει εφημερίδες». Στο βαθμό που οι περισσότεροι μπορούν ανά πάσα στιγμή να έχουν πρόσβαση σε ό,τι πιο φρέσκο αφορά την είδηση, σε οποιαδήποτε ηλεκτρονική εφημερίδα, ενημερωτικό ιστό ή επίσημο πρακτορείο ειδήσεων, σε οποιαδήποτε γλώσσα και για οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, πρόσβαση σε οποιοδήποτε ανάλυση ή άρθρο γνώμης γραμμένο από τον εγκυρότερο δημοσιογράφο έως τον πλέον σεβαστό καθηγητή πανεπιστημίου, μέσα από ημεδαπά ή δορυφορικά κανάλια και το internet, δεν είναι λογικό ν’ αναρωτηθούμε γιατί υπάρχει ακόμα κόσμος (και είναι πολύς), που συνεχίζει ν’ αγοράζει εφημερίδες, κι όταν μάλιστα αυτός ο κόσμος σαν σύνθεση δεν είναι και πολύ διαφορετικός απ’ αυτόν που είναι εξοικειωμένος με τα ηλεκτρονικά μέσα;  

   ** Το ερώτημα γίνεται ακόμα πιο επιτακτικό, όταν στη σημερινή εποχή κανείς δεν πρόκειται να ισχυριστεί ότι οι εφημερίδες επιτελούν και κάποιον επιπλέον χρήσιμο και πρακτικό σκοπό, όπως το να τυλίγουν ψάρια, να καθαρίζουν τζάμια ή να υποκαθιστούν το χαρτί τουαλέτας, όπως συνέβαινε τα χρόνια που η ανακύκλωση ήταν ακόμα φυσική και αυθόρμητη.
 
  ***       Τις εφημερίδες, θα έλεγα, συνεχίζουμε να τις αγοράζουμε από συνήθεια, μπορεί κι από νοσταλγία. Για όσους ακόμα καπνίζουν, ένα πακέτο τσιγάρα απ’ το περίπτερο δεν νοείται χωρίς τη συνοδεία εφημερίδας, έτσι ώστε οι κυκλοφορίες τους και μόνον να αποτελούν έναν προσεγγιστικό δείκτη του αριθμητικού μεγέθους των καπνιστών. Έτσι ώστε, μια πρόχειρη εξήγηση της πτώσης των εφημερίδων να μπορεί ν’ αποδοθεί στην ελάττωση του αριθμούν των καπνιστών στη χώρα μας, αλλά και παγκοσμίως.
 
 ****        Οι εφημερίδες θα υπάρχουν γιατί υπάρχουν τα πρωινά της Κυριακής. Κυρίως τα χειμωνιάτικα. Μια βόλτα ως το περίπτερο, ένα δυο φλιτζάνια καφές στο τραπέζι, μια, δυο, τρεις εφημερίδες σκορποχώρι στο πάτωμα και τασάκια που στενάζουν, το καθένα τους κι από μια μικρή ευτυχία που όλες όμως μαζί συνθέτουν τον μεγάλο παράδεισο της μέρας.

  *****   Οι εφημερίδες θα υφίστανται γιατί υπάρχουν τα καφενεία, τα καφέ, οι καφετέριες και τα πάρκα. Γιατί ο καφές δεν είναι παρά μισός και άνοστος χωρίς το έτερό του ήμισυ, την εφημερίδα. Γιατί καφές ξεροσφύρι δεν πάει. Γιατί η εφημερίδα για να διαβαστεί θέλει τον καφέ να διαστείλει τις κόρες και να βάλει την εγκεφαλική ουσία σε κίνηση.
 
   ******       Οι εφημερίδες θα υπάρχουν για τους άτυχους που κάποιοι άκαρδοι τους στήσανε στο ραντεβού, έτσι για να τσουλάνε το χρόνο και να καλύπτουν την ντροπή και την αμηχανία τους.
 
*******     Οι εφημερίδες θα υπάρχουν όσο βρίσκονται περίπτερα στην κάθε γωνιά και όσο αυτά συνεχίζουν να μένουν ανοιχτά ολημερίς και μερικά οληνυχτίς.

 ********    Οι εφημερίδες θα υπάρχουν για να συντροφεύουν την ξάπλα του απομεσήμερου και να εξασφαλίζουν την απαραίτητη συγκέντρωση την ώρα της τουαλέτας.

 *********    Επιπλέον, τις εφημερίδες τις ξεφορτώνεσαι τόσο εύκολα, όσο εύκολα και τις αποκτάς. Για την τιμή τους προσφέρουν πολλά, τον κόσμο ολόκληρο δηλαδή, σε μερικά επιτόπια ξεφυλλίσματα.

   *********     Η εφημερίδα σε αντίθεση με το internet αποτελεί ένα κλειστό και περιεκτικό σύστημα, το οποίο περιδιαβαίνοντάς το, σε περίπατο ας πούμε της μιας ώρας, αφήνει μιαν αίσθηση επάρκειας και πληρότητας, με την έννοια του ότι ό,τι ήταν σημαντικό να μαθευτεί, μαθεύτηκε. To internet, απ’ την άλλη μεριά, ίδιο με απύθμενο πηγάδι, δεν σου παρέχει ποτέ τον εφησυχασμό ότι αυτό που έμαθες ήταν όλο κι όλο αυτό που έπρεπε να μάθεις, αλλά θα σε αφήνει πάντα μ' ένα αίσθημα λειψό, σχετικά με το αν το άλλο, που όσο κι αν έψαξες και δεν τα κατάφερες ποτέ να βρεις και να μάθεις, ήταν εν τέλει και το πιο σημαντικό που σού διέφυγε.


  **********         Οι εφημερίδες είναι τα σταυρόλεξα που λύσαμε μόνοι ή με το σύντροφο παρέα, τα καραβάκια που φτιάξαμε για τα παιδιά, όταν μας έπαιρναν στα ταξίδια το κεφάλι, τα βρεμένα χαρτιά που μάς ξεστένευαν τα καινούργια μας παπούτσια, και οι ατέλειωτες ώρες που περάσαμε κάνοντας χαρτοκοπτική στις χιλιοδιπλωμένες τους σελίδες.


  ***********      Με μια εφημερίδα στη βρεμένη μας πλάτη γλιτώναμε τη πούντα όταν μάς έπιανε στα ξαφνικά η μπόρα του καλοκαιριού. Με μια εφημερίδα στο τζάμι μπλοκάραμε τον ήλιο που μας κάρφωνε στο κούτελο, όταν οι κουρτίνες παρά ήταν λεπτές για να τού αντισταθούν. Μια παλιά εφημερίδα ξεκίναγε την ιεροτελεστία του ανάμματος του τζακιού το χειμώνα, μια εφημερίδα, καλύτερη κι από βεντάλια, έκανε υποφερτή την κάψα, το καλοκαίρι.



  ************      Πολύ αργότερα, με τις εφημερίδες φτιάξαμε τις δισκοθήκες μας, κλασσική μουσική με τα κουπόνια της «Καθημερινής», Όπερες από το «Βήμα», και αγαπήσαμε την Ιστορία με τα περίφημα «Ιστορικά» της «Ελευθεροτυπίας». Και παλιές ταινίες είδαμε, αποσυρμένες πια από τις αίθουσες, και καλά βιβλία διαβάσαμε, και άτλαντες και λευκώματα στολίσανε τα τραπέζια και τις βιβλιοθήκες μας και δόξα τω θεώ ήταν πολλές οι φορές που μάς τάισαν καλή τροφή.



  *  Κρίμα λοιπόν, και διπλοκρίμα, όταν αναλογίζεται κανείς πόσα ωραία πράγματα θα χαθούν όταν δεν θα ‘χουμε πια εφημερίδες!  *
 

Γιατί διαβάζουμε;

2η απάντηση

(Ιστορίες μιας βιβλιοθήκης....βιβλία και άλλα, εγώ κι αυτά...)

Απαντήσεις μπορούν να δοθούν πολλές, ο καθένας έχει και μια άλλη να προσθέσει...

Εγώ διαβάζω επειδή πάντοτε μου άρεσαν οι ιστορίες...
Επειδή πάντα μου άρεσε να μαθαίνω καινούργια πράγματα...
Επειδή το να διαβάζω με ηρεμεί...
Επειδή μέσα από τις σελίδες των βιβλίων ζω "δανεικές εμπειρίες" που δεν θα μπορούσα ή δεν θα τολμούσα να ζήσω από πρώτο χέρι...
Επειδή το να διαβάζω ένα βιβλίο με κάνει κάθε φορά να νιώθω σαν εξερευνητής...

Για αυτούς τους λόγους και ίσως και για άλλους...

Γιατί διαβάζουμε;

1η απάντηση

ΒΙΒΛΙΟΛΕΣΧΗ
Ο παράδεισος είναι μια παραλία γεμάτη ανθρώπους και ιστορίες. Άλλοι πνίγονται στα ρηχά, αλλοι κολυμπάνε στα βαθιά κι άλλοι λιάζονται κρυφακούγοντας. Λόρενς Γκάσλοου
Τρίτη, 14 Απριλίου 2009
Γιατί διαβάζουμε;

Αντιγράφω από το κείμενο του Δημοσθένη Κούρτοβικ στα Νέα του Σαββάτου 11/4/2009

"....Οι άνθρωποι σήμερα διαβάζουν για έναν σωρό λόγους, όχι όμως για εκείνους που η αθωότητα ή η αφέλεια προηγούμενων εποχών είχαν αναγορεύσει σε σκοπό της ανάγνωσης: την καλλιέργεια του πνεύματος και την ανάταση της ψυχής. Θα μου πείτε ότι αυτό ήταν κάτι πολύ γενικόλογο και θα έχετε δίκιο. Ακριβώς, όμως, η γενικολογία της περιγραφής του σκοπού μαρτυρεί την πελώρια σημασία που δινόταν άλλοτε στο διάβασμα. Η ανάγνωση ήταν προϋπόθεση για τη γενική βελτίωση του ανθρώπου και της κοινωνίας, ο δείκτης της ποιότητας ενός πολιτισμού.

Σήμερα, με τον κατακερματισμό των κοινωνιών σε ομάδες